...{ΤΟ ΜΠΛΟΓΚ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ.... ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ Ο ΛΟΓΟΣ ΠΟΥ ΔΕ ΠΡΟΛΑΒΑΙΝΟΥΜΕ ΝΑ ΒΑΖΟΥΜΕ ΝΕΑ ΑΡΘΡΑ ΣΥΧΝΑ.... ΖΗΤΑΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΣΑΣ ΚΑΙ ΣΑΣ ΕΥΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΜΟΝΗ ΣΑΣ}...Παρακαλουμε τους φιλους του BLOG να μας αφαιρεσουν απο το ADBLOCK. Αν χρειαζεστε οδηγιες περι αυτου στειλτε μας ενα μηνυμα στο FB....








ΟΠΟΥ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ ΧΡΩΜΑ = ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΔΙΟΡΑΤΙΚΟΝ

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ Περικλέους Επιτάφιος / Thucydides Pericles' Funeral Oration

       Αποτέλεσμα εικόνας για Επιτάφιο του Περικλέους

ΘΟΥΚΥ∆Ι∆ΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑ Β’

Ο επιτάφιος λόγος του Περικλή

 34. Τον ίδιο χειµώνα οι Αθηναίοι, ακολουθώντας την πατροπαράδοτη συνήθεια, τέλεσαν
δηµόσια την ταφή εκείνων που πρώτοι σκοτώθηκαν σε αυτόν τον πόλεµο. Η ταφή γίνεται µε
τον ακόλουθο τρόπο. Φτιάχνουν µια σκηνή κι εκθέτουν τα οστά των νεκρών για δυο µέρες, κι
ο καθένας φέρνει στον δικό του κάτι, αν θέλει. Κι όταν έρθει η ώρα της εκφοράς, αµάξια
µεταφέρουν κυπαρισσένια φέρετρα, ένα για κάθε φυλή. τα οστά του καθενός είναι µέσα στο
φέρετρο της φυλής του. Ένα όµως φέρετρο άδειο, στρωµένο, το µεταφέρουν στα χέρια. είναι
των αφανών, εκείνων που τα σώµατα δε βρέθηκαν να τα σηκώσουν. Την εκφορά
παρακολουθεί όποιος θέλει, πολίτης και ξένος.
στον τάφο βρίσκονται και περιµένουν και
γυναίκες από το συγγενολόι που στήνουν θρήνο. Τους αποθέτουν λοιπόν στο δηµόσιο
νεκροταφείο, που βρίσκεται στο πιο ωραίο προάστιο της πόλης και σ’αυτό κάθε φορά θάβουν
τους νεκρούς του πολέµου, εκτός από εκείνους που έπεσαν στο Μαραθώνα.
εκείνων την
παλικαριά την έκριναν ξεχωριστή και τους έκαµαν τον τάφο στον τόπο της µάχης. Κι όταν
τους σκεπάσουν µε το χώµα, ένας άντρας ορισµένος από την πολιτεία, που και για πολύ
συνετό τον ξέρουν κι επιβάλλεται µε το κύρος του, λέει γι’αυτούς τον επαινετικό λόγο που
ταιριάζει.
ύστερα φεύγουν. Έτσι γίνεται η ταφή.
κι όσο κρατούσε ο πόλεµος, όσες φορές τους
τύχαινε να’χουν νεκρούς, ακολουθούσαν τη συνήθεια. Γι’αυτούς λοιπόν τους πρώτους
νεκρούς ορίστηκε να µιλήσει ο Περικλής του Ξανθίππου. Κι όταν ήρθε η ώρα, προχώρησε
από τον τάφο σ’ένα βήµα καµωµένο ψηλό, για ν’ακούγεται όσο γινόταν πιο µακριά στο
συγκεντρωµένο πλήθος, κι έλεγε στην ουσία τ’ακόλουθα.

 35. «Οι περισσότεροι απ’αυτούς που έχουν µιλήσει εδώ ως τώρα επαινούν κείνον που
πρόστεσε στην καθιερωµένη τελετή το λόγον τούτον, γιατί νοµίζουν πως είναι ωραίο να
εκφωνείται για να τιµηθούνε στην ταφή τους οι νεκροί των πολέµων. Εγώ θα είχα τη γνώµη
πως σε ανθρώπους που δείχτηκαν γενναίοι µε έργα, θα’ταν αρκετό µε έργα να δειχτούν κι οι
τιµές, όπως αυτά που και τώρα βλέπετε ότι ετοιµάστηκαν µε τη φροντίδα της πολιτείας γύρω
από τούτη την ταφή, και να µην κινδυνεύουν αν γίνουν πιστευτές οι παλικαριές πολλών από
ένα µονάχα άντρα, αν µιλήσει καλά ή άσχηµα. Γιατί είναι δύσκολο να µιλήσει κανείς µε το
σωστό µέτρο σε θέµα στο οποίο µε πολύ κόπο γίνεται πιστευτό ότι λέει την αλήθεια. Γιατί
όποιος ξέρει καλά τα γεγονότα κι είναι ευνοϊκός ακροατής, θα θεωρήσει ίσως ότι λέγονται
αυτά κάπως κατώτερα απ’όσα ξέρει και θέλει ν’ακούσει, κι όποιος πάλι δεν τα γνωρίζει, θα
νοµίσει, από φθόνο, ότι µερικά είναι υπερβολές, αν τύχει κι ακούσει κάτι που ξεπερνά τη
δύναµή του. Γιατί οι έπαινοι, όταν λέγονται για άλλους, είναι ανεχτοί µονάχα ως εκεί που
καθένας νοµίζει ότι κι ο ίδιος είναι ικανός να κάµει κάτι απ’όσα άκουσε.
για τα παραπάνω
απ’τη δύναµή του, επειδή αµέσως τον πιάνει η ζήλια, δε δίνει πίστη. Αφού όµως οι πρόγονοι
έκριναν πως έτσι αυτά είναι καλά, πρέπει κι εγώ, ακολουθώντας τη συνήθεια, να
προσπαθήσω να ικανοποιήσω όσο µπορώ πιο πολύ, του καθενός σας την επιθυµία και τη
γνώµη.

 36. «Θα αρχίσω από τους προγόνους πρώτα.
είναι αλήθεια, δίκαιο µαζί και ταιριαστό σε
τέτοια τελετή να τους δίνεται η τιµή αυτής της µνηµόνευσης. Γιατί ζώντας στη χώρα αυτή οι
ίδιοι πάντα, η µια γενιά ύστερα απ’την άλλη, χάρη στην αντρεία τους µας την παρέδωσαν
ελεύθερη ως σήµερα. Και κείνοι λοιπόν είναι άξιοι για έπαινο κι ακόµη περισσότερο οι
πατέρες µας. αυτοί, κοντά σ’εκείνα που κληρονόµησαν, απόχτησαν την ηγεµονία που έχουµε,
όχι χωρίς κόπο, και την άφησαν σ’εµάς τους τωρινούς. Της ηγεµονίας αυτής τη δύναµη
αυξήσαµε περισσότερο εµείς εδώ, όσοι σήµερα βρισκόµαστε ακόµη κάπου στην ώριµη
ηλικία, κι ετοιµάσαµε την πόλη να’χει απόλυτη αυτάρκεια σε όλα και για πόλεµο και για
ειρήνη. Αυτών εγώ τα πολεµικά κατορθώµαταµε τα οποία αποχτήθηκε το καθένα, ή αν
κάποτε εµείς οι ίδιοι ή οι πατέρες µας αποκρούσαµε θαρραλέα κάποιον επιδροµέα βάρβαρο ή
Έλληνα, θα τα παραλείψω, γιατί δε θέλω να µακρηγορώ ’ανθρώπους που τα ξέρουν. Ποιες
όµως αρχές ακολουθώντας φτάσαµε σ’αυτήν την ακµή και µε ποιό πολίτευµα και τρόπο ζωής
έγινε η πόλη πιο µεγάλη, αυτά θα παρουσιάσω πρώτα κι ύστερα θα προχωρήσω και στων
νεκρών των τωρινών τον έπαινο, γιατί νοµίζω πως µια τέτοια ώρα δε θα’ταν άπρεπο να
ειπωθούν αυτά, κι ακόµη πως είναι ωφέλιµο όλο το συγκεντρωµένο εδώ πλήθος πολιτών και
ξένων να τ’ακούσει.

 37. «Έχουµε πολίτευµα που δεν αντιγράφει των άλλων τους νόµους, αλλά πιο πολύ είµαστε
εµείς παράδειγµα σε µερικούς παρά µιµητές τους. Κι έχει τούτο το πολίτευµα το όνοµα
∆ΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, γιατί δε διοικούν οι λίγοι, αλλά οι περισσότεροι. κι είναι όλοι οι πολίτες
µπροστά στους νόµους ίσοι για τις ιδιωτικές τους διαφορές. για την προσωπική όµως
ανάδειξη και τις τιµές, καταπώς ξεχωρίζει καθένας σε κάτι προτιµιέται στα δηµόσια
αξιώµατα, πιο πολύ γιατί είναι ικανός παρά γιατί τον ανάδειξε ο κλήρος.
ούτε πάλι κάποιος,
επειδή είναι φτωχός, κι ενώ µπορεί να κάµει κάτι καλό στην πολιτεία, εµποδίζεται απ’αυτήν
την ασήµαντη κοινωνική του θέση. Κι όχι µονάχα στη δηµόσια ζωή µας ζούµε ελεύθεροι,
αλλά και στις καθηµερινές µας σχέσεις είµαστε λυτρωµένοι από την καχυποψία µεταξύ µας
και δεν θυµώνουµε µε το γείτονά µας, αν κάτι καταπώς τον ευχαριστεί, ούτε παίρνουµε
απέναντί του το ύφος του ενοχληµένου, πράγµα που µπορεί βέβαια να µην τον βλάφτει,
σίγορα όµως τον στενοχωρεί. Κι ενώ στην ιδιωτική µας ζωή δεν ενοχλούµε ο ένας τον άλλο,
στα δηµόσια πράγµατα δεν κάνουµε παρανοµίες από εσωτερική προπάντων παρόρµηση,
υπακούοντας στους κάθε φορά άρχοντες µας και στους νόµους, ιδιαίτερα σε κείνους
απ’αυτούς που έχουν ψηφιστεί για την προστασία των αδικηµένων και σ’όσους, αν κι
άγραφοι, όµως φέρνουν ντροπή αναµφισβήτητη στους παραβάτες.

38. «Αλλά και για το πνεύµα µας φροντίσαµε και βρήκαµε πάρα πολλούς τρόπους
ξεκούρασης, µε τη συνήθεια να τελούµε αγώνες και γιορτές απανωτά όλον το χρόνο και
να’χουµε, καθένας για τον εαυτό του, τα καλοσυγυρισµένα σπιτικά µας.
η καθηµερινή
ευχαρίστηση που δίνουν αυτά αποδιώχνει τη στεναχώρια. Ακόµη φτάνουν, µια και η πόλη
µας είναι τόσο δυνατή, από κάθε γωνιά της γης τα πάντα κι έτσι συµβαίνει εµείς να µη
χαιρόµαστε σαν περισσότερο δικά µας τ’αγαθά της χώρας µας απ’ό,τι κείνα των άλλων
ανθρώπων.

 39. «∆ιαφέρουµε απ’τους αντιπάλους µας και στη µελέτη των πολεµικών στ’ακόλουθα. Την
πόλη µας την έχουµε ανοιχτή σ’όλους και ποτέ µε ξενηλασίες δεν εµποδίζουµε κάποιον να
δει ή ν’ακούσει κάτι, που αν δεν έµενε κρυφό και το ‘βλεπε κάποιος εχθρός θα µπορούσε να
ωφεληθεί, γιατί πιο πολύ στηριζόµαστε όχι στις ετοιµασίες και στα στρατηγήµατα παρά στην
προσωπική µας ευψυχία την ώρα της δράσης. Και στην ανατροφή, ενώ εκείνοι, µε επίπονες
ασκήσεις, από παιδιά ακόµη κυνηγούν την αντρεία, εµείς, µόλο που ζούµε άνετα, βαδίζουµε
µ’όχι λιγότερο θάρρος στους ίδιους κινδύνους. Και να η απόδειξη.
εκστρατεύουν µονάχοι τους στη χώρα µας, αλλά µ’όλους τους συµµάχους τους, ενώ εµείς
µονάχοι εισβάλλουµε στη χώρα των άλλων και, µ’ όλο που πολεµούµε σε ξένη γη, χωρίς
δυσκολία, τις περισσότερες φορές, νικούµε αυτούς που υπερασπίζουν τα σπίτια τους. Και
συγκεντρωµένη τη δύναµή µας κανείς εχθρός ως τώρα δεν αντιµετώπισε, γιατί εµείς,
ταυτόχρονα, και το ναυτικό φροντίζουµε και στη στεριά στρατό, σε πολλά µέρη, από µας
τους ίδιους στέλνουµε. Κι αν κάπου οι εχθροί συγκρουστούν µε κανένα µικρό µας τµήµα, αν
νικήσουν µερικούς από µας, καυχιούνται πως µας απόκρουσαν όλους, αν πάλι νικηθούν, λένε
πως νικήθηκαν απ’όλους µας µαζί. Κι όµως, αν έχουµε τη θέληση ν’αντικρίζουµε τον
κίνδυνο πιο πολύ ζώντας ανέµελα παρά µ’επίπονες ασκήσεις, και µε αντρεία που δεν την
επιβάλλει τόσο ο νόµος όσο ο τρόπος της ζωής µας, µας µένει το κέρδος και να µην
καταπονιόµαστε απ’τα πριν για τα µελλοντικά δεινά κι όταν έρθουµε σ’αυτά να µη
δειχνόµαστε κατώτεροι στην τόλµη από κείνους που αδιάκοπα µοχθούν. Και γι’αυτά η πόλη
µας αξίζει να τη θαυµάζει κανείς κι ακόµη για άλλα.

 40. «Αγαπούµε το ωραίο στην απλότητα, αγαπούµε τα γράµµατα χωρίς να καταντούµε
µαλθακοί.
 (Φιλοκαλούµεν δε µετ ευτελείας και φιλοσοφούµεν άνευ µαλακίας). Τον πλούτο
πιο πολύ τον έχουµε σαν ευκαιρία για έργα παρά σαν αφορµή για καυχησιές. τη φτώχεια του
να παραδέχεται κανείς δεν είναι ντροπή.
 µεγαλύτερη ντροπή είναι να µην πασχίζει µε τη
δουλειά να γλιτώσει απ’αυτήν. Μπορούµε οι ίδιοι να φροντίζουµε για τις δικές µας υποθέσεις
και µαζί για τις δηµόσιες και µόλο που καθένας µας είναι απασχοληµένος µε τη δουλειά του,
άλλος τούτη άλλος κείνη, δεν είµαστε γι’αυτό λιγότερο κατατοπισµένοι και στα πολιτικά.
Γιατί µονάχοι εµείς αυτόν που δεν παίρνει καθόλου µέρος σ’αυτά τον θεωρούµε όχι
φιλήσυχο, αλλά άχρηστο, κι εµείς οι ίδιοι ή κάνουµε ορθές σκέψεις και προτάσεις πάνω στις
υποθέσεις της πολιτείας ή, τουλάχιστον, παίρνουµε σωστές αποφάσεις γι’αυτές, γιατί δε
νοµίζουµε πως τα λόγια βλάφτουν τα έργα, αλλά ότι πιο πολύ βλάφτει να µη διαφωτιστούµε
πιο µπροστά µε το λόγο για τα όσα πρέπει να κάνουµε. Γιατί και σε τούτο, αλήθεια,
ξεχωρίζουµε, ώστε οι ίδιοι και πολύ τολµηροί να’µαστε και πολύ να συλλογιζόµαστε όσα θα
επιχειρήσουµε
.
ως προς αυτό, στους άλλους η άγνοια φέρνει τόλµη απερίσκεπτη κι η γνώση
δισταγµό (αµάθεια µεν θράσος, λογισµός δε όκνον φέρει). Και πιο δυνατή ψυχή δίκαια θα
λογαριαστεί πως έχουν εκείνοι που ξέρουν πεντακάθαρα και τα φοβερά και τα ευχάριστα κι
όµως γι’αυτό δεν προσπαθούν ν’αποφύγουν τους κινδύνους. Και στην εκδήλωση φιλικής
διάθεσης απέναντι στους άλλους, είµαστε αντίθετοι µε τους πολλούς, γιατί αποχτούµε τους
φίλους µας όχι µε το να µας ευεργετούν αλλά µε το να τους ευεργετούµε (ου γαρ πάσχοντες
ευ, αλλα δρώντες κτώµεθα φίλους). Κι είναι ο ευεργέτης φίλος πιο σταθερός, γιατί προσπαθεί
να διατηρεί τη χάρη που του χρωστιέται µε τη συµπάθειά του σ’αυτόν που έχει κάµει το
καλό, ενώ κείνος που χρωστάει χάρη είναι λιγότερο πρόθυµος, επειδή ξέρει ότι την καλοσύνη
του θα την κάµει όχι για να του χρωστούν χάρη, αλλά για να ξοφλήσει χρέος. Και µονάχοι
εµείς βοηθούµε άφοβα τους άλλους, όχι τόσο από συµφεροντολογικούς υπολογισµούς όσο
από τις άδολες φιλελεύθερες πεποιθήσεις µας.

 41. «Συνοψίζοντας λέω ότι και η πόλη µας στο σύνολό της, είναι η παιδευτική εστία της
Ελλάδας και καθένας από µας, ο ίδιος άντρας, έχω τη γνώµη πως θα µπορούσε, µε την πιο
µεγάλη άνεση και χάρη, να παρουσιάσει τον εαυτό του ολοκληρωµένο σε πάρα πολλές
εκδηλώσεις της ζωής. Κι ότι αυτά που λέω δεν είναι καυχησιές για την περίσταση, αλλά
πραγµατική αλήθεια, το φανερώνει η ίδια η δύναµη της πόλης µας που την αποχτήσαµε µε
αυτούς τους τρόπους ζωής. Γιατί µονάχη αυτή, από της τωρινές πόλεις, στη δοκιµασία
αποδείχνεται ανώτερη από τη φήµη της, και µονάχη αυτή, ούτε στους εχθρούς που ήρθαν
εναντίον της δίνει αφορµή να αγαναχτήσουν από ποιούς κακοπαθούν, ούτε στους υπηκόους
να παραπονεθούν ότι τάχα τους κυβερνούν ανάξιοι. Και επειδή παρουσιάσαµε τη δύναµή µας
µε µεγάλα σηµάδια, κι όχι, αλήθεια, δίχως µάρτυρες, κι οι σύγχρονοι κι οι µεταγενέστεροι θα
µας θαυµάζουν, χωρίς να’χουµε καθόλου ανάγκη ούτε από έναν Όµηρο για να µας υµνήσει,
ούτε από κανέναν άλλο που µε τα λόγια του για µια στιγµή θα τέρψει, την ιδέα όµως που
σχηµατιζόταν για τα έργα µας θα’ρχόταν να τη ζηµιώσει αργότερα η πραγµατική αλήθεια.
Εξαναγκάσαµε κάθε στεριά και θάλασσα να ανοίξει διάβα στην τόλµη µας και στήσαµε
παντού µνηµεία αθάνατα, µαζί για τις επιτυχίες και τις αποτυχίες µας. Για µια τέτοια λοιπόν
πόλη κι αυτοί εδώ, έχονας τη δίκαιη απαίτηση να µην τη στερηθούν, πολέµησαν γενναία και
σκοτώθηκαν, κι από µας που µένουµε καθένας είναι φυσικό να θέλει να υποφέρει οτιδήποτε
για χάρη της

 42. «Γι’αυτό ακριβώς και µίλησα πλατιά για την πόλη, γιατί ήθελα και να σας διαφωτίσω
πως δεν αγωνιζόµαστε για τα ίδια πράγµατα εµείς κι όσοι δεν έχουν τίποτε παρόµοιο µ’αυτά,
και ταυτόχρονα να στηρίξω σε φανερές αποδείξεις τον έπαινο αυτών για τους οποίους τώρα
µιλώ. Και πραγµατικά έχει ειπωθεί από µένα του επαίνου τούτου το πιο µεγάλο µέρος.
γιατί
µε όσα εγώ την πόλη ύµνησα, τα κατορθώµατα αυτών εδώ και των οµοίων τους τη στόλισαν.
και για λίγους Έλληνες, όπως γι’αυτούς εδώ, θα φαινόταν ο έπαινος ισόβαρος µε τα έργα
τους. Και νοµίζω πως ο τωρινός θάνατος αυτών εδώ φανερώνει την αντρεία τους είτε τούτος
είναι το πρώτο µήνυµά της είτε η τελευταία επισφράγησή της. Γιατί, αλήθεια, σε κείνους που
στ’άλλα φαίνονται κάπως κατώτεροι, είναι δίκαιο, η παλικαριά που δείχνουν στους πολέµους
για την πατρίδα να µπαίνει µπροστά και να τα σκεπάζει όλα.
γιατί µε την αντρεία τους
εξαφάνισαν τ’άλλα κακά, κι έτσι, όλοι µαζί, πιο πολύ ωφέλησαν παρά ο καθένας, µε τα
ατοµικά σφάλµατά του, έβλαψε. Απ’αυτούς εδώ τους νεκρούς όµως, κανείς, ούτε πλούσιος
προτίµησε να χαίρεται κι άλλο τα πλούτη και δείχτηκε δειλός, ούτε φτωχός, µε την ελπίδα
που δίνει η φτώχεια, πως µπορεί µελλοντικά να γλιτώσει απ’αυτήν και να γίνει πλούσιος,
προσπάθησε να αναβάλει τη συµφορά.
αντίθετα, έκριναν πως πιο ποθητή απ’αυτά είναι η
τιµωρία των εχθρών και µαζί νόµισαν ότι αυτός ο κίνδυνος είναι ο πιο ωραίος, κι έτσι
θέλησαν, αντιµετωπίζοντάς τον, τούτους να τους εκδικηθούν, εκείνα να τα επιθυµούν. Για το
άγνωστο της επιτυχίας του αγώνα βασίστηκαν στην ελπίδα, γι’αυτό όµως που αντιµετώπισαν
στην πράξη θεώρησαν χρέος τους να βασιστούν στον εαυτό τους. Και µέσα πια σ’αυτόν τον
κίνδυνο προτίµησαν να αγωνιστούν και να πεθάνουν παρά να υποχωρήσουν και να σωθούν,
κι έτσι την ντροπή να τους λένε δειλούς απόφυγαν, βάσταξαν όµως τον αγώνα, δίνοντας τη
ζωή τους, και πάνω σε µιαν ελάχιστη στιγµή, κείνην ακριβώς που κρινόταν η τύχη τους,
γλίτωσαν όχι από το φόβο, πιο πολύ απ’την ιδέα του φόβου.

 43. «Κι αυτοί εδώ, αλήθεια, σαν άξια παιδιά της πόλης, τέτοιοι δείχτηκαν.
όσοι όµως
µένουµε πρέπει βέβαια να ευχόµαστε να’χουµε καλύτερη τύχη, να θεωρούµε όµως χρέος µας
να µην έχουµε καθόλου πιο άτολµο φρόνηµα απένατι στους εχθρούς, λογαριάζοντας όχι
µονάχα µε το νου την ωφέλεια από την αντρεία, για την οποία, µόλο που την ξέρετε οι ίδιοι
καλά, θα µπορούσε κανείς να µακρολογά, αναφέροντας πόσα καλά υπάρχουν στο
ν’αντιστέκεσαι στους εχθρούς, αλλά πιο πολύ θωρώντας κάθε µέρα στην πράξη τη δύναµη
της πόλης κι αγαπώντας τη µε πάθος.
κι όταν σας φανεί ότι είναι µεγάλη, να συλλογίζεστε
πως αυτά τ’απόχτησαν άντρες τολµηροί που ήξεραν το χρέος τους κι είχαν φιλότιµο την ώρα
της δράσης.
κι αν καµιά φορά αποτύχαιναν σε κάποια προσπάθειά τους, όµως γι’αυτό δεν
έκριναν άξιο να στερήσουν την πόλη απ’τη δική τους αντρεία, αλλά την πρόσφεραν σ’αυτή
σαν την πιο ωραία συνεισφορά τους. Γιατί προσφέροντας όλοι µαζί τη ζωή τους, έπαιρναν
ξεχωριστά ο καθένας τον αγέραστο έπαινο και τον πιο λαµπρό τάφο, όχι τόσο αυτόν που
κείτονται, όσο κείνον στον οποίο η δόξα τους µένει και µνηµονεύεται αιώνια σε κάθε
ευκαιρία που παρουσιάζεται, είτε πρόκειται για λόγο είτε για δράση. Γιατί των µεγάλων
αντρών τάφος είναι όλη η γη και σηµάδι της ύπαρξής τους δεν είναι µονάχα η επιγραφή µιας
στήλης στην πατρίδα τους, αλλά και στις ξένες χώρες, µες στην ψυχή καθενός. ζει άγραφη
θύµηση, πιο πολύ για την απόφασή τους παρά για το έργο τους. Αυτοί λοιπόν εδώ, αφού σας
γίνουν τώρα παράδειγµα και σκεφτείτε πως ευτυχία σηµαίνει ελευθερία και ελευθερία
σηµαίνει αντρεία, να µην δειλιάζεται µπροστά στους κινδύνους του πολέµου. Γιατί δε θα’ταν
και τόσο δίκαιο να µη λογαριάζουν τη ζωή τους, όσοι δυστυχούν και δεν ελπίζουν σε κανένα
καλό, αλλά όσοι στη ζωή που τους µένει κινδυνεύουν να πέσουν απ’την ευτυχία στη
δυστυχία, και που γι’αυτούς η διαφορά θα είναι εξαιρετικά µεγάλη, αν συµβεί και
αποτύχουν.Γιατί σ’έναν άντρα µε φρόνηµα, είναι πιο πικρή η ταπείνωση που ακολουθεί τη
δειλία, παρά ο θάνατος που έρχεται χωρίς να τον νιώσει σε στιγµή δύναµης και κοινής
ελπίδας

 44. «Γι’αυτό και τους γονείς των τωρινών νεκρών, όσοι βρίσκεσται εδώ τόσο δε σας κλαίω
όσο θέλω να σας παρηγορήσω. Ξέρουν πια καλά πως τη ζωή τους την πέρασαν µέσα σε
λογιών αλλαγές της τύχης.
κι ευτυχία είναι όσοι βρουν το πιο τιµηµένο τέλος, όπως σήµερα
αυτοί εδώ, ή την πιο τιµηµένη λύπη, όπως σεις, κι όσων απ’τη µοίρα η ζωή µετρήθηκε έτσι,
ώστε να είναι καλότυχοι όσο ζουν και να τους βρει ένας ωραίος θάνατος να συµπέσουν.
Ξέρω, αλήθεια, πως είναι δύσκολο µ’όσα είπα να σας πείσω γι’αυτούς, που πολλές φορές
θα’χετε αφορµή να τους θυµάστε στις χαρές των άλλων, χαρές τις οποίες και σεις κάποτε
χαιρόσαστε.
και λυπάτε κανείς όχι αν δεν έχει αγαθά που δεν τα δοκίµασε, αλλά αν κάτι που
το έχει συνηθίσει κατόπιν το χάσει. Πρέπει όµως να δείχνετε εγκαρτέρηση και µε την ελπίδα
απόχτησης άλλων γιων, όσοι ακόµη είστε σε ηλικία να κάνετε παιδιά.
γιατί και ατοµικά οι
γιοι που θα γεννηθούν κατόπι θα κάµουν µερικούς να ξεχάσουν αυτούς που δεν υπάρχουν,
και στην πόλη θα είναι αυτό ωφέλιµο διπλά, και γιατί δε θα ερηµώνεται και γιατί θα είναι
ασφαλής. Γιατί δεν είναι δυνατό να αποφασίζουν για την πόλη ορθά και δίκαια όσοι δεν
κινδυνεύουν σαν τους άλλους προσφέροντας κι αυτοί το ίδιο παιδιά. Όσοι πάλι είστε
περασµένης ηλικίας, και το µεγαλύτερο µέρος της ζωής σας που ζήσατε ευτυχισµένοι να το
θαρρείτε κέρδος και το υπόλοιπο ότι θα είναι µικρό, και να ανακουφίζεστε µε τη δόξα αυτών
εδώ. Γιατί µονάχα η αγάπη για τις τιµές δεν γερνάει ποτέ, και στ’άχρηστα γηρατειά
µεγαλύτερη τέρψη δε δίνει, όπως λένε µερικοί, το κέρδος, αλλά οι τιµές.

 45. «Για τους γιους πάλι των νεκρών, όσοι βρίσκεσται εδώ, ή για τους αδελφούς βλέπω πιο
δύσκολο τον αγώνα (γιατί κείνον που δεν υπάρχει, καθένας συνηθίζει να τον παινεύει) και µε
δυσκολία, αν δείξετε υπέρµετρη αντρεία, µπορεί να σας κρίνουν όχι όµοιους, αλλά λίγο
κατώτερους. Γιατί οι ζωντανοί φθονούν τους ανταγωνιστές τους, ενώ κείνους που δεν τους
στέκονται πια εµπόδιο τους τιµούν µε αδιαφιλονίκητη εύνοια. Αν είναι ανάγκη να κάµω
κάποια µνεία και για την αρετή των γυναικών, όσες τώρα θα µείνουν χήρες, θα πω ό,τι πρέπει
µε µια σύντοµη παραίνεση.
να µη δειχτείτε κατώτερες από τη γυναικεία σας φύση, µεγάλη θα
είναι η δόξα σας, το ίδιο και για όποιαν θα µιλάνε οι άντρες ανάµεσά τους όσο γίνεται
λιγότερο, είτε για να την παινέψουν είτε για να την κατηγορήσουν.

 46. «Είπα κι εγώ, σύµφωνα µε τη συνήθεια, όσα είχα κατάλληλα και µε έργα, αυτοί που
τάφηκαν, από τη µια τιµήθηκαν, απ’την άλλη τα παιδιά τους, από σήµερα κι ώσπου να γίνουν
έφηβοι, η πόλη µε δηµόσια δαπάνη θ’αναθρέψει, προβάλλοντας έτσι ως βραβείο στους
τέτοιους αγώνες ένα ωφέλιµο στεφάνι και για τους νεκρούς τούτους και για όσους µένουν.
γιατί όπου υπάρχουν νοµοθετηµένα έπαθλα πολύ µεγάλα για την αντρεία, εκεί ζουν κι
άριστοι πολίτες. Και τώρα, αφού καθένας αποτελειώσει το θρήνο του δικού του, ας πάτε στα
σπίτια σας.»

47. Ἔτσι ἔγινε ἡ ταφὴ ἐκεῖνο τὸν χειμώνα.

Αποτέλεσμα εικόνας για Επιτάφιο του Περικλέους

[34 ] ᾿Εν δὲ τῷ αὐτῷ χειμῶνι ᾿Αθηναῖοι τῷ πατρίῳ νόμῳ χρώμενοι δημοσίᾳ ταφὰς
ἐποιήσαντο τῶν ἐν τῷδε τῷ πολέμῳ πρώτων ἀποθανόντων τρόπῳ τοιῷδε. τὰ μὲν
ὀστᾶ προτίθενται τῶν ἀπογενομένων πρότριτα σκηνὴν ποιήσαντες, καὶ ἐπιφέρει τῷ
αὑτοῦ ἕκαστος ἤν τι βούληται· ἐπειδὰν δὲ ἡ ἐκφορὰ ᾖ, λάρνακας κυπαρισσίνας
ἄγουσιν ἅμαξαι, φυλῆς ἑκάστης μίαν· ἔνεστι δὲ τὰ ὀστᾶ ἧς ἕκαστος ἦν φυλῆς. μία δὲ
κλίνη κενὴ φέρεται ἐστρωμένη τῶν ἀφανῶν, ο῏ ἂν μὴ εὑρεθῶσιν ἐς ἀναίρεσιν.
ξυνεκφέρει δὲ ὁ βουλόμενος καὶ ἀστῶν καὶ ξένων, καὶ γυναῖκες πάρεισιν αἱ
προσήκουσαι ἐπὶ τὸν τάφον ὀλοφυρόμεναι. τιθέασιν οὖν ἐς τὸ δημόσιον σῆμα, ὅ ἐστιν
ἐπὶ τοῦ καλλίστου προαστείου τῆς πόλεως, καὶ αἰεὶ ἐν αὐτῷ θάπτουσι τοὺς ἐκ τῶν 
πολέμων, πλήν γε τοὺς ἐν Μαραθῶνι· ἐκείνων δὲ διαπρεπῆ τὴν ἀρετὴν κρίναντες
αὐτοῦ καὶ τὸν τάφον ἐποίησαν. ἐπειδὰν δὲ κρύψωσι γῇ, ἀνὴρ ᾑρημένος ὑπὸ τῆς
πόλεως, ὃς ἂν γνώμῃ τε δοκῇ μὴ ἀξύνετος εἶναι καὶ ἀξιώσει προήκῃ, λέγει ἐπ' αὐτοῖς
ἔπαινον τὸν πρέποντα· μετὰ δὲ τοῦτο ἀπέρχονται. ὧδε μὲν θάπτουσιν· καὶ διὰ παντὸς
τοῦ πολέμου, ὁπότε ξυμβαίη αὐτοῖς, ἐχρῶντο τῷ νόμῳ. ἐπὶ δ' οὖν τοῖς πρώτοις τοῖσδε
Περικλῆς ὁ Ξανθίππου ᾑρέθη λέγειν. καὶ ἐπειδὴ καιρὸς ἐλάμβανε, προελθὼν ἀπὸ τοῦ
σήματος ἐπὶ βῆμα ὑψηλὸν πεποιημένον, ὅπως ἀκούοιτο ὡς ἐπὶ πλεῖστον τοῦ ὁμίλου,
ἔλεγε τοιάδε.
[35 ] 'Οἱ μὲν πολλοὶ τῶν ἐνθάδε ἤδη εἰρηκότων ἐπαινοῦσι τὸν προσθέντα τῷ νόμῳ τὸν
λόγον τόνδε, ὡς καλὸν ἐπὶ τοῖς ἐκ τῶν πολέμων θαπτομένοις ἀγορεύεσθαι αὐτόν. ἐμοὶ
δὲ ἀρκοῦν ἂν ἐδόκει εἶναι ἀνδρῶν ἀγαθῶν ἔργῳ γενομένων ἔργῳ καὶ δηλοῦσθαι τὰς
τιμάς, οἷα καὶ νῦν περὶ τὸν τάφον τόνδε δημοσίᾳ παρασκευασθέντα ὁρᾶτε, καὶ μὴ ἐν
ἑνὶ ἀνδρὶ πολλῶν ἀρετὰς κινδυνεύεσθαι εὖ τε καὶ χεῖρον εἰπόντι πιστευθῆναι. χαλεπὸν
γὰρ τὸ μετρίως εἰπεῖν ἐν ᾧ μόλις καὶ ἡ δόκησις τῆς ἀληθείας βεβαιοῦται. ὅ τε γὰρ
ξυνειδὼς καὶ εὔνους ἀκροατὴς τάχ' ἄν τι ἐνδεεστέρως πρὸς ἃ βούλεταί τε καὶ
ἐπίσταται νομίσειε δηλοῦσθαι, ὅ τε ἄπειρος ἔστιν ἃ καὶ πλεονάζεσθαι, διὰ φθόνον, εἴ τι
ὑπὲρ τὴν αὑτοῦ φύσιν ἀκούοι. μέχρι γὰρ τοῦδε ἀνεκτοὶ οἱ ἔπαινοί εἰσι περὶ ἑτέρων
λεγόμενοι, ἐς ὅσον ἂν καὶ αὐτὸς ἕκαστος οἴηται ἱκανὸς εἶναι δρᾶσαί τι ὧν ἤκουσεν· τῷ
δὲ ὑπερβάλλοντι αὐτῶν φθονοῦντες ἤδη καὶ ἀπιστοῦσιν. ἐπειδὴ δὲ τοῖς πάλαι οὕτως
ἐδοκιμάσθη ταῦτα καλῶς ἔχειν, χρὴ καὶ ἐμὲ ἑπόμενον τῷ νόμῳ πειρᾶσθαι ὑμῶν τῆς
ἑκάστου βουλήσεώς τε καὶ δόξης τυχεῖν ὡς ἐπὶ πλεῖστον.
[36 ] '῎Αρξομαι δὲ ἀπὸ τῶν προγόνων πρῶτον· δίκαιον γὰρ αὐτοῖς καὶ πρέπον δὲ ἅμα
ἐν τῷ τοιῷδε τὴν τιμὴν ταύτην τῆς μνήμης δίδοσθαι. τὴν γὰρ χώραν οἱ αὐτοὶ αἰεὶ
οἰκοῦντες διαδοχῇ τῶν ἐπιγιγνομένων μέχρι τοῦδε ἐλευθέραν δι' ἀρετὴν παρέδοσαν.
καὶ ἐκεῖνοί τε ἄξιοι ἐπαίνου καὶ ἔτι μᾶλλον οἱ πατέρες ἡμῶν· κτησάμενοι γὰρ πρὸς οἷς
ἐδέξαντο ὅσην ἔχομεν ἀρχὴν οὐκ ἀπόνως ἡμῖν τοῖς νῦν προσκατέλιπον. τὰ δὲ πλείω
αὐτῆς αὐτοὶ ἡμεῖς οἵδε οἱ νῦν ἔτι ὄντες μάλιστα ἐν τῇ καθεστηκυίᾳ ἡλικίᾳ ἐπηυξήσαμεν
καὶ τὴν πόλιν τοῖς πᾶσι παρεσκευάσαμεν καὶ ἐς πόλεμον καὶ ἐς εἰρήνην
αὐταρκεστάτην. ὧν ἐγὼ τὰ μὲν κατὰ πολέμους ἔργα, οἷς ἕκαστα ἐκτήθη, ἢ εἴ τι αὐτοὶ ἢ
οἱ πατέρες ἡμῶν βάρβαρον ἢ ῞Ελληνα πολέμιον ἐπιόντα προθύμως ἠμυνάμεθα,
μακρηγορεῖν ἐν εἰδόσιν οὐ βουλόμενος ἐάσω· ἀπὸ δὲ οἵας τε ἐπιτηδεύσεως ἤλθομεν
ἐπ' αὐτὰ καὶ μεθ' οἵας πολιτείας καὶ τρόπων ἐξ οἵων μεγάλα ἐγένετο, ταῦτα δηλώσας 
πρῶτον εἶμι καὶ ἐπὶ τὸν τῶνδε ἔπαινον, νομίζων ἐπί τε τῷ παρόντι οὐκ ἂν ἀπρεπῆ
λεχθῆναι αὐτὰ καὶ τὸν πάντα ὅμιλον καὶ ἀστῶν καὶ ξένων ξύμφορον εἶναι ἐπακοῦσαι
αὐτῶν.
[37 ] 'Ξρώμεθα γὰρ πολιτείᾳ οὐ ζηλούσῃ τοὺς τῶν πέλας νόμους, παράδειγμα δὲ
μᾶλλον αὐτοὶ ὄντες τισὶν ἢ μιμούμενοι ἑτέρους. καὶ ὄνομα μὲν διὰ τὸ μὴ ἐς ὀλίγους
ἀλλ' ἐς πλείονας οἰκεῖν δημοκρατία κέκληται· μέτεστι δὲ κατὰ μὲν τοὺς νόμους πρὸς τὰ
ἴδια διάφορα πᾶσι τὸ ἴσον, κατὰ δὲ τὴν ἀξίωσιν, ὡς ἕκαστος ἔν τῳ εὐδοκιμεῖ, οὐκ ἀπὸ
μέρους τὸ πλέον ἐς τὰ κοινὰ ἢ ἀπ' ἀρετῆς προτιμᾶται, οὐδ' αὖ κατὰ πενίαν, ἔχων γέ τι
ἀγαθὸν δρᾶσαι τὴν πόλιν, ἀξιώματος ἀφανείᾳ κεκώλυται. ἐλευθέρως δὲ τά τε πρὸς τὸ
κοινὸν πολιτεύομεν καὶ ἐς τὴν πρὸς ἀλλήλους τῶν καθ' ἡμέραν ἐπιτηδευμάτων
ὑποψίαν, οὐ δι' ὀργῆς τὸν πέλας, εἰ καθ' ἡδονήν τι δρᾷ, ἔχοντες, οὐδὲ ἀζημίους μέν,
λυπηρὰς δὲ τῇ ὄψει ἀχθηδόνας προστιθέμενοι. ἀνεπαχθῶς δὲ τὰ ἴδια προσομιλοῦντες
τὰ δημόσια διὰ δέος μάλιστα οὐ παρανομοῦμεν, τῶν τε αἰεὶ ἐν ἀρχῇ ὄντων ἀκροάσει
καὶ τῶν νόμων, καὶ μάλιστα αὐτῶν ὅσοι τε ἐπ' ὠφελίᾳ τῶν ἀδικουμένων κεῖνται καὶ
ὅσοι ἄγραφοι ὄντες αἰσχύνην ὁμολογουμένην φέρουσιν.
[38 ] 'Καὶ μὴν καὶ τῶν πόνων πλείστας ἀναπαύλας τῇ γνώμῃ ἐπορισάμεθα, ἀγῶσι μέν
γε καὶ θυσίαις διετησίοις νομίζοντες, ἰδίαις δὲ κατασκευαῖς εὐπρεπέσιν, ὧν καθ'
ἡμέραν ἡ τέρψις τὸ λυπηρὸν ἐκπλήσσει. ἐπεσέρχεται δὲ διὰ μέγεθος τῆς πόλεως ἐκ
πάσης γῆς τὰ πάντα, καὶ ξυμβαίνει ἡμῖν μηδὲν οἰκειοτέρᾳ τῇ ἀπολαύσει τὰ αὐτοῦ
ἀγαθὰ γιγνόμενα καρποῦσθαι ἢ καὶ τὰ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων.
[39 ] 'Διαφέρομεν δὲ καὶ ταῖς τῶν πολεμικῶν μελέταις τῶν ἐναντίων τοῖσδε. τήν τε γὰρ
πόλιν κοινὴν παρέχομεν, καὶ οὐκ ἔστιν ὅτε ξενηλασίαις ἀπείργομέν τινα ἢ μαθήματος
ἢ θεάματος, ὃ μὴ κρυφθὲν ἄν τις τῶν πολεμίων ἰδὼν ὠφεληθείη, πιστεύοντες οὐ ταῖς
παρασκευαῖς τὸ πλέον καὶ ἀπάταις ἢ τῷ ἀφ' ἡμῶν αὐτῶν ἐς τὰ ἔργα εὐψύχῳ· καὶ ἐν
ταῖς παιδείαις οἱ μὲν ἐπιπόνῳ ἀσκήσει εὐθὺς νέοι ὄντες τὸ ἀνδρεῖον μετέρχονται, ἡμεῖς
δὲ ἀνειμένως διαιτώμενοι οὐδὲν ἧσσον ἐπὶ τοὺς ἰσοπαλεῖς κινδύνους χωροῦμεν.
τεκμήριον δέ· οὔτε γὰρ Λακεδαιμόνιοι καθ' ἑαυτούς, μεθ' ἁπάντων δὲ ἐς τὴν γῆν ἡμῶν
στρατεύουσι, τήν τε τῶν πέλας αὐτοὶ ἐπελθόντες οὐ χαλεπῶς ἐν τῇ ἀλλοτρίᾳ τοὺς
περὶ τῶν οἰκείων ἀμυνομένους μαχόμενοι τὰ πλείω κρατοῦμεν. ἁθρόᾳ τε τῇ δυνάμει
ἡμῶν οὐδείς πω πολέμιος ἐνέτυχε διὰ τὴν τοῦ ναυτικοῦ τε ἅμα ἐπιμέλειαν καὶ τὴν ἐν
τῇ γῇ ἐπὶ πολλὰ ἡμῶν αὐτῶν ἐπίπεμψιν· ἢν δέ που μορίῳ τινὶ προσμείξωσι,
κρατήσαντές τέ τινας ἡμῶν πάντας αὐχοῦσιν ἀπεῶσθαι καὶ νικηθέντες ὑφ' ἁπάντων 
ἡσσῆσθαι. καίτοι εἰ ῥᾳθυμίᾳ μᾶλλον ἢ πόνων μελέτῃ καὶ μὴ μετὰ νόμων τὸ πλέον ἢ
τρόπων ἀνδρείας ἐθέλομεν κινδυνεύειν, περιγίγνεται ἡμῖν τοῖς τε μέλλουσιν ἀλγεινοῖς
μὴ προκάμνειν, καὶ ἐς αὐτὰ ἐλθοῦσι μὴ ἀτολμοτέρους τῶν αἰεὶ μοχθούντων φαίνεσθαι,
καὶ ἔν τε τούτοις τὴν πόλιν ἀξίαν εἶναι θαυμάζεσθαι καὶ ἔτι ἐν ἄλλοις.
[40 ] 'Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας· πλούτῳ τε
ἔργου μᾶλλον καιρῷ ἢ λόγου κόμπῳ χρώμεθα, καὶ τὸ πένεσθαι οὐχ ὁμολογεῖν τινὶ
αἰσχρόν, ἀλλὰ μὴ διαφεύγειν ἔργῳ αἴσχιον. ἔνι τε τοῖς αὐτοῖς οἰκείων ἅμα καὶ
πολιτικῶν ἐπιμέλεια, καὶ ἑτέροις πρὸς ἔργα τετραμμένοις τὰ πολιτικὰ μὴ ἐνδεῶς
γνῶναι· μόνοι γὰρ τόν τε μηδὲν τῶνδε μετέχοντα οὐκ ἀπράγμονα, ἀλλ' ἀχρεῖον
νομίζομεν, καὶ οἱ αὐτοὶ ἤτοι κρίνομέν γε ἢ ἐνθυμούμεθα ὀρθῶς τὰ πράγματα, οὐ τοὺς
λόγους τοῖς ἔργοις βλάβην ἡγούμενοι, ἀλλὰ μὴ προδιδαχθῆναι μᾶλλον λόγῳ
πρότερον ἢ ἐπὶ ἃ δεῖ ἔργῳ ἐλθεῖν. διαφερόντως γὰρ δὴ καὶ τόδε ἔχομεν ὥστε τολμᾶν
τε οἱ αὐτοὶ μάλιστα καὶ περὶ ὧν ἐπιχειρήσομεν ἐκλογίζεσθαι· ὃ τοῖς ἄλλοις ἀμαθία μὲν
θράσος, λογισμὸς δὲ ὄκνον φέρει. κράτιστοι δ' ἂν τὴν ψυχὴν δικαίως κριθεῖεν οἱ τά τε
δεινὰ καὶ ἡδέα σαφέστατα γιγνώσκοντες καὶ διὰ ταῦτα μὴ ἀποτρεπόμενοι ἐκ τῶν
κινδύνων. καὶ τὰ ἐς ἀρετὴν ἐνηντιώμεθα τοῖς πολλοῖς· οὐ γὰρ πάσχοντες εὖ, ἀλλὰ
δρῶντες κτώμεθα τοὺς φίλους. βεβαιότερος δὲ ὁ δράσας τὴν χάριν ὥστε ὀφειλομένην
δι' εὐνοίας ᾧ δέδωκε σῴζειν· ὁ δὲ ἀντοφείλων ἀμβλύτερος, εἰδὼς οὐκ ἐς χάριν, ἀλλ'
ἐς ὀφείλημα τὴν ἀρετὴν ἀποδώσων. καὶ μόνοι οὐ τοῦ ξυμφέροντος μᾶλλον λογισμῷ ἢ
τῆς ἐλευθερίας τῷ πιστῷ ἀδεῶς τινὰ ὠφελοῦμεν.
[41 ] 'Ξυνελών τε λέγω τήν τε πᾶσαν πόλιν τῆς ῾Ελλάδος παίδευσιν εἶναι καὶ καθ'
ἕκαστον δοκεῖν ἄν μοι τὸν αὐτὸν ἄνδρα παρ' ἡμῶν ἐπὶ πλεῖστ' ἂν εἴδη καὶ μετὰ
χαρίτων μάλιστ' ἂν εὐτραπέλως τὸ σῶμα αὔταρκες παρέχεσθαι. καὶ ὡς οὐ λόγων ἐν
τῷ παρόντι κόμπος τάδε μᾶλλον ἢ ἔργων ἐστὶν ἀλήθεια, αὐτὴ ἡ δύναμις τῆς πόλεως,
ἣν ἀπὸ τῶνδε τῶν τρόπων ἐκτησάμεθα, σημαίνει. μόνη γὰρ τῶν νῦν ἀκοῆς κρείσσων
ἐς πεῖραν ἔρχεται, καὶ μόνη οὔτε τῷ πολεμίῳ ἐπελθόντι ἀγανάκτησιν ἔχει ὑφ' οἵων
κακοπαθεῖ οὔτε τῷ ὑπηκόῳ κατάμεμψιν ὡς οὐχ ὑπ' ἀξίων ἄρχεται. μετὰ μεγάλων δὲ
σημείων καὶ οὐ δή τοι ἀμάρτυρόν γε τὴν δύναμιν παρασχόμενοι τοῖς τε νῦν καὶ τοῖς
ἔπειτα θαυμασθησόμεθα, καὶ οὐδὲν προσδεόμενοι οὔτε ῾Ομήρου ἐπαινέτου οὔτε ὅστις
ἔπεσι μὲν τὸ αὐτίκα τέρψει, τῶν δ' ἔργων τὴν ὑπόνοιαν ἡ ἀλήθεια βλάψει, ἀλλὰ πᾶσαν
μὲν θάλασσαν καὶ γῆν ἐσβατὸν τῇ ἡμετέρᾳ τόλμῃ καταναγκάσαντες γενέσθαι,
πανταχοῦ δὲ μνημεῖα κακῶν τε κἀγαθῶν ἀίδια ξυγκατοικίσαντες. περὶ τοιαύτης οὖν 
πόλεως οἵδε τε γενναίως δικαιοῦντες μὴ ἀφαιρεθῆναι αὐτὴν μαχόμενοι ἐτελεύτησαν,
καὶ τῶν λειπομένων πάντα τινὰ εἰκὸς ἐθέλειν ὑπὲρ αὐτῆς κάμνειν.
[42 ] 'Δι' ὃ δὴ καὶ ἐμήκυνα τὰ περὶ τῆς πόλεως, διδασκαλίαν τε ποιούμενος μὴ περὶ ἴσου
ἡμῖν εἶναι τὸν ἀγῶνα καὶ οἷς τῶνδε μηδὲν ὑπάρχει ὁμοίως, καὶ τὴν εὐλογίαν ἅμα ἐφ'
οἷς νῦν λέγω φανερὰν σημείοις καθιστάς. καὶ εἴρηται αὐτῆς τὰ μέγιστα· ἃ γὰρ τὴν
πόλιν ὕμνησα, αἱ τῶνδε καὶ τῶν τοιῶνδε ἀρεταὶ ἐκόσμησαν, καὶ οὐκ ἂν πολλοῖς τῶν
῾Ελλήνων ἰσόρροπος ὥσπερ τῶνδε ὁ λόγος τῶν ἔργων φανείη. δοκεῖ δέ μοι δηλοῦν
ἀνδρὸς ἀρετὴν πρώτη τε μηνύουσα καὶ τελευταία βεβαιοῦσα ἡ νῦν τῶνδε
καταστροφή. καὶ γὰρ τοῖς τἆλλα χείροσι δίκαιον τὴν ἐς τοὺς πολέμους ὑπὲρ τῆς
πατρίδος ἀνδραγαθίαν προτίθεσθαι· ἀγαθῷ γὰρ κακὸν ἀφανίσαντες κοινῶς μᾶλλον
ὠφέλησαν ἢ ἐκ τῶν ἰδίων ἔβλαψαν. τῶνδε δὲ οὔτε πλούτου τις τὴν ἔτι ἀπόλαυσιν
προτιμήσας ἐμαλακίσθη οὔτε πενίας ἐλπίδι, ὡς κἂν ἔτι διαφυγὼν αὐτὴν πλουτήσειεν,
ἀναβολὴν τοῦ δεινοῦ ἐποιήσατο· τὴν δὲ τῶν ἐναντίων τιμωρίαν ποθεινοτέραν αὐτῶν
λαβόντες καὶ κινδύνων ἅμα τόνδε κάλλιστον νομίσαντες ἐβουλήθησαν μετ' αὐτοῦ τοὺς
μὲν τιμωρεῖσθαι, τῶν δὲ ἐφίεσθαι, ἐλπίδι μὲν τὸ ἀφανὲς τοῦ κατορθώσειν
ἐπιτρέψαντες, ἔργῳ δὲ περὶ τοῦ ἤδη ὁρωμένου σφίσιν αὐτοῖς ἀξιοῦντες πεποιθέναι,
καὶ ἐν αὐτῷ τῷ ἀμύνεσθαι καὶ παθεῖν μᾶλλον ἡγησάμενοι ἢ [τὸ ] ἐνδόντες σῴζεσθαι, τὸ
μὲν αἰσχρὸν τοῦ λόγου ἔφυγον, τὸ δ' ἔργον τῷ σώματι ὑπέμειναν καὶ δι' ἐλαχίστου
καιροῦ τύχης ἅμα ἀκμῇ τῆς δόξης μᾶλλον ἢ τοῦ δέους ἀπηλλάγησαν.
[43 ] 'Καὶ οἵδε μὲν προσηκόντως τῇ πόλει τοιοίδε ἐγένοντο· τοὺς δὲ λοιποὺς χρὴ
ἀσφαλεστέραν μὲν εὔχεσθαι, ἀτολμοτέραν δὲ μηδὲν ἀξιοῦν τὴν ἐς τοὺς πολεμίους
διάνοιαν ἔχειν, σκοποῦντας μὴ λόγῳ μόνῳ τὴν ὠφελίαν, ἣν ἄν τις πρὸς οὐδὲν χεῖρον
αὐτοὺς ὑμᾶς εἰδότας μηκύνοι, λέγων ὅσα ἐν τῷ τοὺς πολεμίους ἀμύνεσθαι ἀγαθὰ
ἔνεστιν, ἀλλὰ μᾶλλον τὴν τῆς πόλεως δύναμιν καθ' ἡμέραν ἔργῳ θεωμένους καὶ
ἐραστὰς γιγνομένους αὐτῆς, καὶ ὅταν ὑμῖν μεγάλη δόξῃ εἶναι, ἐνθυμουμένους ὅτι
τολμῶντες καὶ γιγνώσκοντες τὰ δέοντα καὶ ἐν τοῖς ἔργοις αἰσχυνόμενοι ἄνδρες αὐτὰ
ἐκτήσαντο, καὶ ὁπότε καὶ πείρᾳ του σφαλεῖεν, οὐκ οὖν καὶ τὴν πόλιν γε τῆς σφετέρας
ἀρετῆς ἀξιοῦντες στερίσκειν, κάλλιστον δὲ ἔρανον αὐτῇ προϊέμενοι. κοινῇ γὰρ τὰ
σώματα διδόντες ἰδίᾳ τὸν ἀγήρων ἔπαινον ἐλάμβανον καὶ τὸν τάφον ἐπισημότατον,
οὐκ ἐν ᾧ κεῖνται μᾶλλον, ἀλλ' ἐν ᾧ ἡ δόξα αὐτῶν παρὰ τῷ ἐντυχόντι αἰεὶ καὶ λόγου καὶ
ἔργου καιρῷ αἰείμνηστος καταλείπεται. ἀνδρῶν γὰρ ἐπιφανῶν πᾶσα γῆ τάφος, καὶ οὐ
στηλῶν μόνον ἐν τῇ οἰκείᾳ σημαίνει ἐπιγραφή, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ μὴ προσηκούσῃ 
ἄγραφος μνήμη παρ' ἑκάστῳ τῆς γνώμης μᾶλλον ἢ τοῦ ἔργου ἐνδιαιτᾶται. οὓς νῦν
ὑμεῖς ζηλώσαντες καὶ τὸ εὔδαιμον τὸ ἐλεύθερον, τὸ δ' ἐλεύθερον τὸ εὔψυχον
κρίναντες μὴ περιορᾶσθε τοὺς πολεμικοὺς κινδύνους. οὐ γὰρ οἱ κακοπραγοῦντες
δικαιότερον ἀφειδοῖεν ἂν τοῦ βίου, οἷς ἐλπὶς οὐκ ἔστιν ἀγαθοῦ, ἀλλ' οἷς ἡ ἐναντία
μεταβολὴ ἐν τῷ ζῆν ἔτι κινδυνεύεται καὶ ἐν οἷς μάλιστα μεγάλα τὰ διαφέροντα, ἤν τι
πταίσωσιν. ἀλγεινοτέρα γὰρ ἀνδρί γε φρόνημα ἔχοντι ἡ μετὰ τοῦ {[ἐν τῷ]
μαλακισθῆναι κάκωσις ἢ ὁ μετὰ ῥώμης καὶ κοινῆς ἐλπίδος ἅμα γιγνόμενος ἀναίσθητος
θάνατος.
[44 ] 'Δι' ὅπερ καὶ τοὺς τῶνδε νῦν τοκέας, ὅσοι πάρεστε, οὐκ ὀλοφύρομαι μᾶλλον ἢ
παραμυθήσομαι. ἐν πολυτρόποις γὰρ ξυμφοραῖς ἐπίστανται τραφέντες· τὸ δ' εὐτυχές,
ο῏ ἂν τῆς εὐπρεπεστάτης λάχωσιν, ὥσπερ οἵδε μὲν νῦν, τελευτῆς, ὑμεῖς δὲ λύπης, καὶ
οἷς ἐνευδαιμονῆσαί τε ὁ βίος ὁμοίως καὶ ἐντελευτῆσαι ξυνεμετρήθη. χαλεπὸν μὲν οὖν
οἶδα πείθειν ὄν, ὧν καὶ πολλάκις ἕξετε ὑπομνήματα ἐν ἄλλων εὐτυχίαις, αἷς ποτὲ καὶ
αὐτοὶ ἠγάλλεσθε· καὶ λύπη οὐχ ὧν ἄν τις μὴ πειρασάμενος ἀγαθῶν στερίσκηται, ἀλλ'
οὗ ἂν ἐθὰς γενόμενος ἀφαιρεθῇ. καρτερεῖν δὲ χρὴ καὶ ἄλλων παίδων ἐλπίδι, οἷς ἔτι
ἡλικία τέκνωσιν ποιεῖσθαι· ἰδίᾳ τε γὰρ τῶν οὐκ ὄντων λήθη οἱ ἐπιγιγνόμενοί τισιν
ἔσονται, καὶ τῇ πόλει διχόθεν, ἔκ τε τοῦ μὴ ἐρημοῦσθαι καὶ ἀσφαλείᾳ, ξυνοίσει· οὐ γὰρ
οἷόν τε ἴσον τι ἢ δίκαιον βουλεύεσθαι ο῏ ἂν μὴ καὶ παῖδας ἐκ τοῦ ὁμοίου
παραβαλλόμενοι κινδυνεύωσιν. ὅσοι δ' αὖ παρηβήκατε, τόν τε πλέονα κέρδος ὃν
ηὐτυχεῖτε βίον ἡγεῖσθε καὶ τόνδε βραχὺν ἔσεσθαι, καὶ τῇ τῶνδε εὐκλείᾳ κουφίζεσθε. τὸ
γὰρ φιλότιμον ἀγήρων μόνον, καὶ οὐκ ἐν τῷ ἀχρείῳ τῆς ἡλικίας τὸ κερδαίνειν, ὥσπερ
τινές φασι, μᾶλλον τέρπει, ἀλλὰ τὸ τιμᾶσθαι. 
[45 ] παισὶ δ' αὖ ὅσοι τῶνδε πάρεστε ἢ
ἀδελφοῖς ὁρῶ μέγαν τὸν ἀγῶνα (τὸν γὰρ οὐκ ὄντα ἅπας εἴωθεν ἐπαινεῖν), καὶ μόλις ἂν
καθ' ὑπερβολὴν ἀρετῆς οὐχ ὁμοῖοι, ἀλλ' ὀλίγῳ χείρους κριθεῖτε. φθόνος γὰρ τοῖς ζῶσι
πρὸς τὸ ἀντίπαλον, τὸ δὲ μὴ ἐμποδὼν ἀνανταγωνίστῳ εὐνοίᾳ τετίμηται. εἰ δέ με δεῖ καὶ
γυναικείας τι ἀρετῆς, ὅσαι νῦν ἐν χηρείᾳ ἔσονται, μνησθῆναι, βραχείᾳ παραινέσει
ἅπαν σημανῶ. τῆς τε γὰρ ὑπαρχούσης φύσεως μὴ χείροσι γενέσθαι ὑμῖν μεγάλη ἡ
δόξα καὶ ἧς ἂν ἐπ' ἐλάχιστον ἀρετῆς πέρι ἢ ψόγου ἐν τοῖς ἄρσεσι κλέος ᾖ.
[46 ] 'Εἴρηται καὶ ἐμοὶ λόγῳ κατὰ τὸν νόμον ὅσα εἶχον πρόσφορα, καὶ ἔργῳ οἱ
θαπτόμενοι τὰ μὲν ἤδη κεκόσμηνται, τὰ δὲ αὐτῶν τοὺς παῖδας τὸ ἀπὸ τοῦδε δημοσίᾳ
ἡ πόλις μέχρι ἥβης θρέψει, ὠφέλιμον στέφανον τοῖσδέ τε καὶ τοῖς λειπομένοις τῶν 
τοιῶνδε ἀγώνων προτιθεῖσα· ἆθλα γὰρ οἷς κεῖται ἀρετῆς μέγιστα, τοῖς δὲ καὶ ἄνδρες
ἄριστοι πολιτεύουσιν. νῦν δὲ ἀπολοφυράμενοι ὃν προσήκει ἑκάστῳ ἄπιτε.' 

Αποτέλεσμα εικόνας για Επιτάφιο του Περικλέους
Αποτέλεσμα εικόνας για Επιτάφιο του Περικλέους
Αποτέλεσμα εικόνας για θουκυδίδης

     ΔΙΑΔΩΣΤΕ:



 Τα περισσότερα άρθρα είναι αναδημοσιεύσεις που αξίζει να διαβαστούν επειδή κατά τη γνώμη μας ακόμα και μέσα σε κάποιο ψέμα κρύβεται πάντα μια αλήθεια. Στόχος είναι μέσα από την πολύπλευρη ενημέρωση να αποκαλυφθεί. Ή κρίση είναι πάντα δική σας. 



loading...



ΠΗΓΗ

NOW

loading...

BidVertiser